αὐτόκλητος

αὐτό-κλητος, ον,
A self-called, i.e. uncalled, unbidden, A.Eu.170 (lyr.), S.Tr.392, Pl. Ep.331b;

συμβουλεῦσαι αὐ. Phld.Ir.p.46

W.; αὐ. ἐπίκουροι natural allies (of parents and children), Hierocl.p.57 A.;

δῆμος εἰς τοὺς πολέμους αὐ. Him.Ecl.5.14

; personally invited, Plu.2.707f.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτόκλητος — self called masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτόκλητος — η, ο (AM αὐτόκλητος, ον) [καλώ] αυτός που καλείται από τον εαυτό του, απρόσκλητος, ακάλεστος νεοελλ. 1. εκείνος που προσέρχεται στις τάξεις του κλήρου όχι επειδή τον κάλεσε ο Θεός (θεόκλητος) αλλά για προσωπικά οφέλη 2. «αυτόκλητος μάρτυρας» ή « …   Dictionary of Greek

  • αυτόκλητος — η, ο αυτός που κάλεσε ο ίδιος τον εαυτό του, που ήρθε μόνος του, απρόσκλητος: Παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως μάρτυς αυτόκλητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοκλήτως — αὐτόκλητος self called adverbial αὐτόκλητος self called masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόκλητον — αὐτόκλητος self called masc/fem acc sg αὐτόκλητος self called neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκλήτοις — αὐτόκλητος self called masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκλήτους — αὐτόκλητος self called masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκλήτῳ — αὐτόκλητος self called masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόκλητοι — αὐτόκλητος self called masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοκάλεστος — η, ο (Μ αὐτοκάλεστος, ον) αυτόκλητος …   Dictionary of Greek

  • αυτόμολος — η, ο (AM αὐτόμολος, ον) (ειδικά για στρατιωτικούς) αυτός που εγκαταλείπει τις δικές του τάξεις και προσχωρεί στους αντιπάλους αρχ. Ι. αυτόκλητος, ακάλεστος II. επίρρ. αὐτομόλως προδοτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο * + (θ.) μολ , έμολον, αόρ. β του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.